Τα Φάρσαλα στον αγώνα του 1821 (Μέρος Α')

Τα Φάρσαλα στον αγώνα του 1821 (Μέρος Α')

­


Του Νικ. Γ. Παλάντζα

Δεν υπάρχει τόπος-περιοχή στην πολύπαθη αυτή Ελλάδα που να μην έχει τη δική της ιστορία στη συμμετοχή της επανάστασης του 1821.

Η Θεσσαλία όμως παραμελήθηκε από τους μεγάλους ιστοριογράφους, παραγκωνίστηκε και αδικήθηκε, αποσιωπήθηκαν γεγονότα και πρόσωπα που έδρασαν με τη συμμετοχή τους και την με κάθε τρόπο προσφορά τους στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας του γένους.

Ο λόγος είναι ότι η Θεσσαλία παρέμεινε 80 ακόμη χρόνια υπόδουλη στην Οθωμανική αυτοκρατορία, καθώς τα σημαντικότερα γεγονότα εκτελίσονταν στη νότια Ελλάδα και στα Νησιά.

Είναι γοητευτικό και μας γεμίζει περηφάνια το γεγονός ότι πολλοί συμπατριώτες μας Φαρσαλινοί έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν στην εξέγερση εκείνη του νέου Ελληνισμού.

Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η συμμετοχή των πεδινών κατοίκων της Θεσσαλίας στον αγώνα του 1821, συγκρινόμενη με εκείνη των ορεινών περιοχών, υπήρξε πολύ μικρότερη.

Το γεγονός οφείλεται σε δύο αποτρεπτικούς παράγοντες:
α) Στον ασφυκτικό έλεγχο των πεδινών κατοίκων από τουρκικές δυνάμεις.
Είχαν φράξει όλα τα περάσματα προς τα επαναστατημένα μέρη, εγκατέστησαν φυλάκια σε ολόκληρη τη νότια πλευρά, όπως στα Φάρσαλα, στον Δομοκό, στο Φανάρι και στο Λεοντάρι. Το ίδιο έπραξαν και προς την πλευρά του Ολύμπου και των Χασίων.

Γνώριζαν τους άντρες των χωριών και αλίμονο στην οικογένεια εκείνη από την οποία απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς σοβαρή δικαιολογία, κάποιος άνδρας. Στα ορεινά, όμως, οι Τούρκοι αδυνατούσαν να ελέγχουν τους κατοίκους και γι' αυτό υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία.

β) Εις την θανατηφόρα επιδημία της πανώλης που είχε ενσκήψει στην πεδινή περιοχή το 1813 και κράτησε αρκετό καιρό. Η ασθένεια ήταν μεταδοτική, θέριζε κυριολεκτικά μικρά παιδιά, νεογέννητα, λεχώνες γυναίκες και γέροντες.

Ολόκληρα χωριά αφανίστηκαν, κυρίως στη δυτική Θεσσαλία. Αλλά και εκείνοι που επέζησαν, έμειναν στα όρια της έσχατης σωματικής αντοχής ή με σωματικές αναπηρίες. Η διαρκής και ανελέητη αυτή μάχη με τον φυσικό θάνατο δεν άφησε περιθώρια και κουράγιο για εθνικές εξάρσεις.

Εντούτοις, παρά τις δυσχέρειες και τις κακουχίες, πολλοί Φαρσαλινοί βρήκαν τον τρόπο και το κουράγιο, αψηφώντας τους κινδύνους, να καταταγούν εθελοντές στα σώματα διάφορων καπεταναίων.

Στη σύγχρονη βιβλιογραφία αναφέρονται οι εξής: 1) Ο Παρίσης Βασιλείου. 2) Ο Νικόλαος Σπανός. 3) Ο Δημήτριος Κωνσταντίνου Χαλδούπης. και 4) Ο Αναγνώστης Οικονόμου.

Θα τους παρουσιάσουμε ακολούθως.

Ο Παρίσης Βασιλείου γεννήθηκε στα Φάρσαλα το 1805, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου. Το επώνυμο Βασιλείου διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στα Φάρσαλα και στην περιοχή, αλλά η καταγωγή των σημερινών Βασιλείου είναι από την Ήπειρο και κατεβήκαν στη Θεσσαλία μετά την ηπειρο-θεσσαλική Επανάσταση του 1854. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει κάποια σχέση του αγωνιστή του 1821 με τους σημερινούς Βασιλείου.

Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Παρίσης ή Πάρης ήταν μόλις 16 ετών και τελείως αγράμματος. Συνεπαρμένος από το όραμα της Ελευθερίας, μικρός ακόμη και άπειρος, αναζήτησε πλησιέστερες επαναστατικές δυνάμεις για να ενταχθεί.

Πήγε στο Πήλιο και εντάχθηκε κάτω από τις διαταγές του Πηλιορίτη Γιώργου Ζορμπά. Στις 11 Μαΐου 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Βελεστίνου. Πήρε 16/ετής ακόμη, το "βάπτισμα του πυρός". Μετά την επέμβαση του Κιουταχή στο Βελεστίνο και τη διάλυση των επαναστατών ο Παρίσης Βασιλείου, μαζί με άλλους αγωνιστές, κατέφυγε στις Βόρειες Σποράδες, όπου κατατάχθηκε στο σώμα του Καρατάσου και πήρε μέρος κάτω από τις διαταγές του, στις μάχες που δόθηκαν το καλοκαίρι του 1821, αλλά και μετέπειτα στο Τρίκερι.

Τον Οκτώβριο του 1823, με το σώμα του Μήτρου Λιακόπουλου, πήρε μέρος στη μάχη εναντίον του Τοπάλ Πασά, που επεδίωκε να αποβιβάσει δυνάμεις στη Σκιάθο.

Μετά το τέλος των γεγονότων στη Μαγνησία και στις Βόρειες Σποράδες, οι Θεσσαλομακεδόνες εγκατέλειψαν τα νησιά αυτά και κατέβηκαν στη Νότια Ελλάδα.

Ο Πάρης Βασιλείου, υπηρετώντας στο σώμα του Καρατάσου, ακολούθησε τον αρχηγό του στην Ύδρα και στη συνέχεια στην Πελοπόννησο, όπου πήρε μέρος στη μάχη των Μύλων του Ναυπλίου, εναντίον των Αράβων του Ιμπραήμ Πασά στις 13 Ιουνίου 1825.

Την επόμενη χρονιά (1826) εντάχθηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη. Κάτω από την ηγεσία του πολέμησε στην Αράχωβα (24 Νοεμβρίου 1826), στο Δίστομο (19-20 Ιανουαρίου 1827), στην Ελευσίνα (23 Φεβρουαρίου 1827), στο Κερατσίνι (4 Μαρτίου 1827), όπου και τραυματίστηκε στο πόδι.

Για τον τραυματισμό του αυτόν, η Πολιτεία του χορήγησε το "σιδηρούν βραβείον". Μετά τη θεραπεία του εντάχθηκε πάλι στο σώμα του Καραϊσκάκη και πολέμησε στον Πειραιά (13 Απριλίου 1827) και στον Ανάλατο (24 Απριλίου 1827).

Με τον ερχομό του Καποδίστρια και την οργάνωση του τακτικού στρατού, ο Παρίσης Βασιλείου κατατάχθηκε στη χιλιαρχία του Δυοβουνιώτη ως απλός στρατιώτης.

Αργότερα μετατέθηκε στο Τάγμα του Τριαντάφυλλου Τζιούρα, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1833, όποτε ήρθε στην Ελλάδα ο βασιλιάς Όθωνας. Φαίνεται ότι μετά το 1833 εκτός στρατού.

Το 1836, με τη δημιουργία της πρώτης επιτροπής αποκατάστασης των αγωνιστών του 1821, υπέβαλε και αυτός τα πιστοποιητικά του, χωρίς να πετύχει κάτι.

Το 1846 υπέβαλε πάλι τα πιστοποιητικά του στη δεύτερη επιτροπή αποκατάστασης, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα, όπως έγινε και για πολλούς άλλους αγωνιστές. Το 1865 σε ηλικία 60 ετών, υπέβαλε για τρίτη φορά τα δικαιολογητικά του και όπως συνάγεται δεν έτυχε ουδεμίας ευεργεσίας.

Ο Παρίσης Βασιλείου στην αίτηση του γράφει μεταξύ άλλων:
"Ειμί οικογενειάρχης εξηκοντούτης, έχω σύζυγον και άρρεν τέκνον αδυνατών να περιθάλψω αυτήν και το τέκνον μου ένεκα προφανούς ένδειας.

Υπό το φιλοδίκαιων της Σεβ. Επιτροπής καταφεύγω όπως ευαρεστούμενη με δικαίωση δι' οιασδήποτε ανταμοιβής εγκρίνη, καθόσον ούτε συντάξεως τινός απολαμβάνω, ούτε βαθμολογίας τινός κέκτημαι ήδη ο αρχαίος αγωνιστής. Υποσημειούμαι με βαθύ Σέβας ευπειθέστατος...".

Επειδή ήταν αναλφάβητος, υπέγραψε γι' αυτόν κάποιος Στέφανος Βραχίδης.

Όπως συνάγεται από τα δικαιολογητικά του, ο Παρίσης Βασιλείου το 1865 ήτο απόστρατος, τελείως φτωχός με τραύμα στο πόδι, έγγαμος με ένα αγόρι.

Δεν ήταν ο μόνος. Πολλοί αγωνιστές του 1821 περιφρονήθηκαν, προπηλακίστηκαν και διώχθηκαν από το βαυαρικό καθεστώς του βασιλιά Όθωνα, επειδή παρέμειναν ελεύθερα πνεύματα, Έλληνες απροσκύνητοι στον καινούργιο κηδεμόνα.

Ο Πάρης Βασιλείου ουδεμία σκέψη έκανε να επιστρέψει στην πατρίδα του, στα Φάρσαλα, αφού η πόλη παρέμεινε ακόμη υπό τουρκικό ζυγό μέχρι το 1881.

Πέθανε στην Αθήνα άσημος, άγνωστος, φτωχός, αδικημένος, έχοντας για πλούτο ένα παράσημο στο πόδι, μία καρδιά γεμάτη από Ελλάδα, μία συνείδηση ικανοποιημένη και με μία αγνή παλικαριά αντάξια της Φαρσαλινής καταγωγής του.



 XX
back to top

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ