1922 - 2022: Προσφυγιά, το ριζικό μας (ΜΕΡΟΣ Β')

1922 - 2022: Προσφυγιά, το ριζικό μας (ΜΕΡΟΣ Β')

Του Νικ. Γ. Παλάντζα

Τρίτη προσφυγιά το 1897
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 ονομάστηκε ατυχής, λόγω του άσχημου τέλους του. Η Ελλάδα σύρθηκε σε αυτόν τον πόλεμο από ένθερμους πατριώτες, οι οποίοι έδωσαν την αφορμή να κηρύξουν οι Τούρκοι τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, χωρίς να σκεφτούν ότι η χώρα μας δεν ήταν κατάλληλα εξοπλισμένη για έναν πόλεμο.

Εξαιτίας του πολέμου, η Θεσσαλία και ιδιαίτερα η περιοχή των Φαρσάλων γνώρισαν και πάλι την Οθωμανική τυραννία, τις λεηλασίες και τις καταστροφές για 13 μήνες.

Μετά τις πρώτες αψιμαχίες στην περιοχή της Μελούνας, ο ελληνικός στρατός υποχώρησε ατάκτως κινούμενος προς την Λάρισα παρασέρνοντας τρομοκρατημένους τους κατοίκους των χωριών.

Στη Λάρισα δεν συγκρατήθηκε ο στρατός αλλά συνέχισε την φυγή προς Φάρσαλα υπολογίζοντας να οχυρωθούν σταθερότερα. Έτσι, οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί και πανηγύρισαν την είσοδό τους στη Λάρισα.

Στις 14 Απριλίου 1897, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι έφτασαν στους λόφους Τεκέ Τατάρ (Ζωοδόχου Πηγή).

Την 23η Απριλίου γίνεται η μεγάλη μάχη του Τεκέ Τατάρ και ο στρατός μας μετά από σκληρή αντίσταση υποχωρεί και οι Τούρκοι οδεύουν σχεδόν ανενόχλητοι προς τα Φάρσαλα.

Το σχέδιο προέβλεπε να οχυρωθεί και να αντισταθεί ο στρατός μας προς τη Φαρσάλων.

Όμως τη νύχτα της 23ης-24ης Απριλίου (2 πρωινή), το επιτελείο αποφάσισε γενική υποχώρηση στην πιο φυσικά οχυρωμένη για καλύτερη άμυνα, την περιοχή του Δομοκού.

Η νυχτερινή εκείνη υποχώρηση του στρατού που άφηνε την πόλη απροστάτευτη κατατρόμαξε τους Φαρσαλινούς που εγκατέλειψαν κι αυτοί τα σπίτια τους, την περιουσία τους, τα ζωντανά τους και ακολούθησαν τον ατάκτως υποχωρούντα ελληνικό στρατό.

Φόρτωσαν στα κάρα τους, στα ζώα τους, ότι πρόχειρο μπορούσαν να μεταφέρουν και στριμωγμένοι τη σκοτεινή εκείνη νύχτα έτρεχαν κοντά στο στρατό, απεγνωσμένοι, αγανακτισμένοι στη δύσβατη περιοχή του βουνού Κασιδιάρης από Δίλοφο, Κιτίκι, Βούζι προς Δομοκό.

Την φοβερή εκείνη νύχτα της 23ης προς 24ης Απριλίου 1897 περιγράφει ο συγγραφέας Π. Ποτηρόπουλος με τρόπο που φανερώνει τη δραματική οικογενειακή του περιπέτεια, η οποία όμως αντανακλά την περιπέτεια όλου του λαού. Είναι η εικόνα την οποία ζωντανά μας μεταφέρουν τα τηλεοπτικά κανάλια στην ομόδοξη Ουκρανία και ιδιαίτερα την ελληνικότατη Μαριούπολη.

Γράφει ο Ποτηρόπουλος: "Το ίδιο βράδυ η φαμίλια σηκώθηκε να φύγει. Αφήσαμε, λοιπόν, σπίτι και νοικοκυριό, το αρνί κρεμασμένο μες στην κουζίνα (πρόκειται για το αρνί που θα ψήνονταν το Πάσχα) σκυλί, γάτες, κότες.

Μόνο επήραμε ένα καλάθι, εβάλαμε δύο ψωμιά, μερικά αυγά και ένα πάπλωμα και ετραβήξαμε κατά το κεφαλόσκαλο.

Στο δρόμο που πηγαίναμε, η αυτή πένθιμη σκηνή. Έξοδος θλιβερή. Να αφήνεις την πατρίδα σου, ποιος ήξερε προσωρινά ή για πάντα. Η γυναίκα μου έκλαιγε σαν μωρό παιδί.

Έκλαιγε, αναστέναζε, εβόγγιζε "Αχ σπιτάκι μου, ρουχαλάκια μου, καλό μου σκυλάκι, κοτούλες μου, αχ αχ τα σκυλιά τι μας κάμανε! Από τον Θεό να το βρούνε! Πόλεμο θέλανε (με Τούρκο) οι κακούργοι με τρία και ρούπι! Κακό χρόνο να' χουν τα τέρατα...". Αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται σήμερα, όπως προείπαμε στην ομόδοξη Ουκρανία.

Διασκορπίστηκαν στη Φθιώτιδα, στη Μακρακώμη, στο Καρπενήσι, στην Αθήνα και αλλού. Έζησαν πρόσφυγες, φτωχοί, γυμνοί, πεινασμένοι, καταθλιπτικοί για 13 μήνες με την ελπίδα στο άγνωστο.

Η συνθήκη που υπογράφηκε υποχρέωσε την Τουρκία να αποσύρει τα στρατεύματά της εντός τριών μηνών.

Αλλά οι Τούρκοι δεν δεσμεύονται από συνθήκες. Μία συνθήκη γνωρίζουν, το συμφέρον τους. Έμειναν στην περιοχή της Θεσσαλίας, όχι τρεις αλλά 13 μήνες.

Στο διάστημα αυτό είχαν να ληστέψουν τον τόπο μας. Άτακτοι Τούρκοι και οι Αλβανοί συνεργάτες τους κουβαλούσαν κοπάδια ζώα, μικρά και μεγάλα, από τα στενά της Μελούνας προς την τουρκική επικράτεια.

Καραβάνια με κάρα, άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια φορτωμένα με κλεμμένες οικοσυσκευές, γεωργικά προϊόντα (καπνά, σιτάρια, καλαμπόκια και άλλα) έφευγαν από την περιοχή μας προς την Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.

Η λαρισαϊκή εφημερίδα "Όλυμπος" και άλλες ακόμη, αναφέρει ότι η επαρχία Φαρσάλων υπέστη τη μεγαλύτερη συμφορά.

Εξάλλου, διάφορα κακοποιά στοιχεία, κατάδικοι του Ποινικού Δικαίου που βγήκαν από τις φυλακές, θεώρησαν ότι ήταν κατάλληλη στιγμή να δράσουν. Τριακόσιοι από αυτούς ρήμαξαν τα Φάρσαλα.

Ακόμη οι Τούρκοι κάτοικοι των Φαρσάλων, γνώριμοι γείτονες ή βουκόλοι προκομένων κατοίκων της πόλης οικειοποιήθηκαν της περιουσίας των αφεντικών τους και έφυγαν σε άγνωστες τουρκικές περιοχές.

Την ολοσχερή καταστροφή της πόλης κατέγραψε ο Έλληνας Αξιωματικός Παύλος Μελάς, θέμα το οποίο εδημοσιεύσαμε παλαιότερα στην εφημερίδα μας "Νέα Φάρσαλα" με τίτλο, "Ο Παύλος Μελάς στα Φάρσαλα".

Σε μία τόσο κατεστραμμένη πόλη επέστρεψαν ένα χρόνο αργότερα το Μάιο του 1898 οι Φαρσαλινοί, όχι όμως όλοι.

Ήρθαν, είδαν ότι δεν είχε μείνει για τις οικογένειες τους τίποτα. Προτίμησαν να παραμείνουν στη Φθιώτιδα προσκεκολημένοι δίπλα στους προηγούμενους πρόσφυγες από τον πόλεμο του 1854, από τους οποίους έτυχαν κάποια συμπάθεια και υποστήριξη.

Προκομένοι και μορφωμένοι Φαρσαλινοί προσέφυγαν στα Δικαστήρια και κατέθεσαν αγωγές στο Ειρηνοδικείο και Πρωτοδικείο Λάρισας εναντίον γνωστών τους Τούρκων τσοπαναραίων τους, ή γειτόνων τους, αλλά εδήλωναν "αγνώστου διαμονής".



 xx
Πηγή: Εφημερίδα "Νέα Φάρσαλα"
back to top

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ