Η Θεσσαλία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα, τρία χρόνια μετά την καταστροφική επέλαση της κακοκαιρίας «Daniel». Παρά τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η περιοχή παραμένει ευάλωτη σε νέες πλημμύρες, την ώρα που οι επιστημονικές εκτιμήσεις για την επίδραση του φαινομένου El Niño δημιουργούν πρόσθετες ανησυχίες για το επόμενο διάστημα.
Η κλιματική αλλαγή φαίνεται να έχει μεταβάλει οριστικά τα δεδομένα στη Θεσσαλική πεδιάδα. Τα ακραία υδρολογικά φαινόμενα εμφανίζονται πλέον με μεγαλύτερη συχνότητα, ενώ η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι μεγάλες πλημμύρες δεν αποτελούν πλέον σπάνιο γεγονός. Η αλληλουχία των καταστροφών από τον «Ιανό» έως τον «Daniel» καταδεικνύει ότι η πρόληψη και η αντιπλημμυρική προστασία πρέπει να αποτελέσουν βασική προτεραιότητα για την πολιτεία και τους αρμόδιους φορείς.
Το οικονομικό αποτύπωμα των φυσικών καταστροφών είναι ήδη τεράστιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σιδηροδρομικό δίκτυο της Θεσσαλίας, το οποίο υπέστη εκτεταμένες ζημιές κατά τη διάρκεια του «Daniel». Οι απαιτούμενες δαπάνες αποκατάστασης ξεπέρασαν τα 500 εκατομμύρια ευρώ, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες ενός δικτύου που σχεδιάστηκε με δεδομένα άλλων εποχών και χωρίς επαρκείς υποδομές απορροής και εκτόνωσης μεγάλων υδάτινων όγκων.
Σύμφωνα με επιστήμονες και τεχνικούς φορείς, η ουσιαστική αντιπλημμυρική θωράκιση της Θεσσαλίας ξεκινά από τα έργα ορεινής υδρονομίας. Πρόκειται για παρεμβάσεις που συγκρατούν το νερό στις ορεινές περιοχές πριν αυτό καταλήξει με ορμή στον κάμπο, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο πλημμυρικών φαινομένων. Αν και τα απαιτούμενα κονδύλια θεωρούνται σχετικά περιορισμένα, η υλοποίηση των έργων εξακολουθεί να καθυστερεί λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών και αργής ωρίμανσης των μελετών.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο στον συνολικό σχεδιασμό διαδραματίζουν τα μεσαία φράγματα που προβλέπονται στο Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής της Θεσσαλίας. Με βάση τις σχετικές μελέτες, τα έργα στον Ενιπέα, το Μουζάκι και την Πύλη μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη μείωση του πλημμυρικού κινδύνου, προσφέροντας σημαντικό βαθμό προστασίας σε ακραία φαινόμενα αντίστοιχης έντασης με εκείνα του «Daniel».
Το συνολικό κόστος κατασκευής των συγκεκριμένων έργων εκτιμάται σε περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, η ύπαρξη υδροηλεκτρικής συνιστώσας δημιουργεί τη δυνατότητα συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την υλοποίησή τους.
Την ίδια στιγμή, η Θεσσαλία καλείται να αντιμετωπίσει και το αντίθετο πρόβλημα. Η λειψυδρία και οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας έχουν αναδειχθεί σε εξίσου σοβαρή απειλή για τον πρωτογενή τομέα, καθώς τα αποθέματα νερού μειώνονται και οι ανάγκες άρδευσης αυξάνονται.
Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί επιστημονικοί και παραγωγικοί φορείς υποστηρίζουν ότι η ολοκλήρωση των έργων μεταφοράς νερού από τον Αχελώο προς τη Θεσσαλία αποτελεί βασικό πυλώνα για την αντιμετώπιση του υδατικού ελλείμματος. Το φράγμα της Συκιάς και η σήραγγα της Δρακότρυπας βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο κατασκευής, γεγονός που, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του έργου, επιτρέπει την ολοκλήρωσή τους σε σημαντικά συντομότερο χρόνο συγκριτικά με νέα έργα που θα πρέπει να ξεκινήσουν από μηδενική βάση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εγκατάλειψη κρίσιμων υδρολογικών υποδομών θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά τον σχεδιασμό για την ανάπτυξη και την προστασία της Θεσσαλίας. Η διασφάλιση επαρκών υδάτινων πόρων, σε συνδυασμό με την αντιπλημμυρική προστασία, θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της αγροτικής παραγωγής και της οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή.
Καθώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται ολοένα και συχνότερα, η Θεσσαλία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε να επενδύσει έγκαιρα σε ολοκληρωμένες υποδομές πρόληψης και διαχείρισης των υδάτων είτε να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες φυσικών καταστροφών με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

xx
